Μετά το Brexit: η κρίση της Ευρώπης βαθαίνει. Του Αλέξανδρου Καζαμία

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μετά το Brexit: η κρίση της Ευρώπης βαθαίνει. Του Αλέξανδρου Καζαμία / 48 View / 27/10/2016

Το μεγαλύτερο σφάλμα που θα μπορούσαν να διαπράξουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες μετά το βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου ήταν να αντιμετωπίσουν το αποτέλεσμα με τη γραφειοκρατική λογική τού «δουλειά ως συνήθως».

Τέσσερις μήνες αργότερα, αποδεικνύεται πως έπραξαν ακριβώς αυτό. Ετσι, αντί να ανοίξει μια βαθιά συζήτηση για τους λόγους που ώθησαν το πρώτο κράτος-μέλος να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ενωση έπειτα από 65 χρόνια αδιάκοπης ενοποίησης, η μόνη αγωνία του κ. Τουσκ είναι να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις «το συντομότερο δυνατό».

Παράλληλα, ο «οδικός χάρτης» αναβίωσης της Ενωσης, που αποφάσισε η Σύνοδος της Μπρατισλάβα, δεν αφορά μια σοβαρή αναθεώρηση της τρέχουσας κακής πορείας. Στόχος του είναι να παράσχει το αναγκαίο πρόσχημα για να μπορέσουν οι «27» τον ερχόμενο Μάρτιο να γιορτάσουν την 60ή επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης. Εξάλλου, στον βαρυσήμαντο λόγο του στις 14 Σεπτεμβρίου ο κ. Γιούνκερ υπήρξε σαφής: «Ολοι λυπούμαστε για το Brexit», είπε, αλλά «η Ε.Ε. καθαυτή δεν βρίσκεται σε κίνδυνο».

Με ανάλογο στρουθοκαμηλισμό η Ενωση αντιμετωπίζει τη βραδυφλεγή βόμβα της Ιταλίας. Αφού με αδιέξοδες πολιτικές τελμάτωσε τη χώρα σε μηδενικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2010, σήμερα οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ο κ. Ρέντσι θα χάσει το συνταγματικό δημοψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου. Αυτό θα δώσει ισχυρή ώθηση στο κόμμα των Πέντε Αστέρων, που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το Δημοκρατικό Κόμμα, και αν κερδίσει τις εκλογές το 2018 ενδέχεται να διεξαγάγει δημοψήφισμα εξόδου από την Ευρωζώνη.

Αλλά ακόμη και αν αποφευχθεί αυτό το καταστροφικό πολιτικό σενάριο, ο κίνδυνος ενός Italexit μπορεί να προέλθει από τις αλληλένδετες κρίσεις τραπεζών-δημοσίου χρέους. Οι ιταλικές τράπεζες χρειάζονται άμεσο σχέδιο διάσωσης, αλλά με το δημόσιο χρέος στο 133% του ΑΕΠ, ο κ. Ρέντσι δεν έχει περιθώρια δανεισμού για να τις ανακεφαλαιοποιήσει. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ενωση, που δημιουργήθηκε για τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχει μόνο στα χαρτιά.

Ετσι, η Ε.Ε. προσποιείται πως αντιμετωπίζει το πρόβλημα παραβιάζοντας τους δικούς της κανόνες και δίνοντας στην Ιταλία βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική «χαλαρότητα». Ομως αυτή δεν αρκεί ούτε για να κλείσει η μαύρη τρύπα των τραπεζών, ούτε για να επαναφέρει τη χώρα στην ανάπτυξη. Επιπλέον, στις 20 Οκτωβρίου οι Βρυξέλλες απέρριψαν τον νέο ιταλικό προϋπολογισμό και πιέζουν τη Ρώμη να επιβάλει λιτότητα.

Συνεπώς, ακόμα και αν ο κ. Ρέντσι κερδίσει το δημοψήφισμα, η Ιταλία δύσκολα θα αποφύγει το δεύτερο καταστροφικό σενάριο της χρεοκοπίας (δηλαδή μνημόνιο), το οποίο θα ενισχύσει το κόμμα των Πέντε Αστέρων με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Εξίσου σοβαρή απειλή για την ισορροπία της ευρωζώνης παραμένει και η Ελλάδα. Παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις Ε.Ε. και κυβέρνησης, η ελληνική οικονομία το 2016 ακόμη συρρικνώνεται.

Ομως, επειδή ο πληθωρισμός είναι αρνητικός, η συρρίκνωση αυτή ενίοτε εμφανίζεται πλασματικά ως «στατιστική ανάπτυξη». (Φανταστείτε να σας κόβουν το εισόδημα κατά 1%, αλλά επειδή τα αγαθά που αγοράζετε έχουν φθηνύνει κατά 1,2%, ο εργοδότης σας να διατείνεται πως πήρατε «πραγματική αύξηση» 0,2%).

Επιπλέον, παρά τις προβλέψεις για ανάπτυξη του 2,7% και 3% για το 2017-18, οι δυσθεώρητοι στόχοι για τα πλεονάσματα (2,5% και 3,5% αντίστοιχα) θα ξαναβυθίζουν την οικονομία στην ύφεση.

Οπως σωστά παρατηρεί ο οικονομολόγος Κώστας Βεργόπουλος, «δεν μπορεί η κυβέρνηση να σεμνύνεται ταυτόχρονα και για πλεόνασμα 3,5% και για ανάπτυξη 2,7%, αφού […] ο συνδυασμός των δύο συνεπάγεται […] αμετακίνητη παραμονή στην ύφεση».

Αυτό σημαίνει ότι όταν μπούμε στους υψηλούς στόχους για τα πλεονάσματα το 2017-18, η Ελλάδα θα εκτροχιαστεί από τους στόχους του μνημονίου, εγκαινιάζοντας μια νέα κρίση εντός της ευρωζώνης.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι το Brexit ακόμη δεν λειτούργησε ως σήμα κινδύνου για την αποφυγή των τραγικών λαθών που οδήγησαν την Ε.Ε. στη βαθύτερη κρίση της Iστορίας της. Ομως, ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες, όπως ο κ. Τουσκ, εθελοτυφλούν με δηλώσεις του τύπου «τίποτα δεν έχει αλλάξει» και «ίσως να βγούμε ισχυρότεροι από ό,τι ήμασταν πριν το βρετανικό δημοψήφισμα», το Κίνημα για τη Δημοκρατία στην Ευρώπη, DiEM25, προειδοποιεί:

«Η Ε.Ε. κυριολεκτικά αποσυντίθεται […]. Μέσω της πολιτικής εξουσίας και του αυταρχισμού μπορεί κανείς να καθυστερήσει την αποσύνθεση, αλλά όταν η αποσύνθεση ξεκινήσει, θα είναι ραγδαία και πολύ επίπονη». Δυστυχώς, μια κριτική εκτίμηση των πρόσφατων εξελίξεων στη Βρετανία, την Ιταλία και την Ελλάδα επιβεβαιώνει την ορθότητα των ανησυχιών αυτών.

*Ο Αλέξανδρος Καζαμίας είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Κόβεντρι

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών