Η πολιτική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής – του Θεόδωρου Γεωργίου

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η πολιτική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής – του Θεόδωρου Γεωργίου / 42 View / 05/04/2018

Σε πρόσφατο κείμενό του με τον τίτλο «Κίνημα Αλλαγής: Η βασική επιλογή» («ΤΑ ΝΕΑ», 24-3-2018), ο κορυφαίος κοινωνιολόγος και διανοούμενος Νίκος Μουζέλης κατέδειξε ότι «εάν η Φώφη Γεννηματά συμμαχήσει με τον νεοφιλελεύθερο πρόεδρο της Ν.Δ. (….) το Κίνημα Αλλαγής θα έχει την ίδια τύχη με τα άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, των οποίων η εκλογική βάση έχει συρρικνωθεί δραματικά».

Προ πάντων, όμως, υποστήριξε την αναγκαιότητα να συνεργασθεί το Κίνημα Αλλαγής, μετά τις επικείμενες εκλογές, με τον ΣΥΡΙΖΑ και ανέπτυξε τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται στην παρούσα πολιτική συγκυρία αυτή η συνεργασία.

Την ίδια θεωρητικο-πολιτική άποψη θα υποστηρίξω κι εγώ, αφού προηγουμένως εξετάσουμε πρώτον πώς έχουν διαμορφωθεί τα πολιτικά πράγματα στην πολιτική κοινωνία μας σε όλα τα επίπεδα συγκροτήσεώς της (δηλαδή στο πολιτικό, το ιδεολογικό, το οικονομικό, το βιο-κοινωνικό) και, δεύτερον, ποιες προοπτικές διανοίγονται μετά το τέλος της ιστορικής φάσης των «μνημονίων».

Σύμφωνα με μία πρώτη θεωρητική αρχή: κάθε σύγχρονη πολιτική κοινωνία, επομένως και η ελληνική, στο επίπεδο της θεσμικής πολιτικής δομής της χωρίζεται σε δύο θεμελιώδεις ιδεολογικοπολιτικές στάσεις, τις οποίες, όπως έχει επικρατήσει, ονομάζουμε: Δεξιά – Αριστερά με την ευρύτερη έννοια των όρων.

Κατά τη δεκαετή περίοδο της κρίσης, συνετελέσθη ένας ριζικός δομικός μετασχηματισμός, ο οποίος αναφέρεται όχι τόσο στη Δεξιά, η οποία εξακολουθεί να εκπροσωπεί το πνεύμα του συντηρητισμού, όσο στην ιδεολογικο-πολιτική σφαίρα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς.

Εχασε τα πρωτεία το ΠΑΣΟΚ και κατέκτησε την πολιτική ηγεμονία και, κατά συνέπεια, την κυβερνητική εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν πρόκειται, όμως, για μία απλή μετατόπιση κοινωνικών δυνάμεων, αλλά για μία άλλη αντίληψη εξουσίας: πρόκειται για τη μετάβαση από τη σοσιαλιστική Αριστερά στη ριζοσπαστική Αριστερά.

Ταυτόχρονα, όμως, επειδή διανύουμε την περίοδο της εφαρμογής των τεχνοκρατικών μεθόδων των «μνημονίων», ζούμε υπό το καθεστώς υποχώρησης και της πολιτικής και της ιδεολογίας. Αυτό σημαίνει ότι οι ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη Δεξιά, τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και τη ριζοσπαστική Αριστερά ούτε σαφείς είναι ούτε -πολύ περισσότερο- επιτρέπουν την άσκηση αυτόνομης πολιτικής. Το πολιτικό έργο συρρικνώνεται στην εφαρμογή των «μνημονίων» και η ίδια η ελληνική πολιτική κοινωνία αγγίζει τα υπαρξιακά της όρια ως πολιτική οντότητα.

Ας εξετάσουμε τώρα τη συγκυρία μετά το τέλος των «μνημονίων» και πώς αυτή η πολιτική πραγματικότητα επιβάλλει τη συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής μετά τις επικείμενες εκλογές. Εξαρχής θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι, μετά τον Αύγουστο του 2018 και σταδιακά, η άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας στην ελληνική πολιτική κοινωνία θα καθίσταται αυτόνομη, δηλαδή δεν θα εξαρτάται από ομάδες τεχνοκρατών ή από άλλους εξω-πολιτικούς μηχανισμούς.

Αυτό σημαίνει ότι τα κόμματα που θα κυβερνήσουν, μπορούν να εφαρμόσουν τα προγράμματά τους. Δηλαδή τα τρία συστημικά κόμματα, ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ. και Κίνημα Αλλαγής, καλούνται από τον ελληνικό λαό, στη βάση των ιδεολογικών προγραμμάτων τους, να κυβερνήσουν. Και οι κυβερνητικές συνεργασίες είναι δύο: ή Ν.Δ. και Κίνημα Αλλαγής ή ΣΥΡΙΖΑ και Κίνημα Αλλαγής.

Η πρώτη εκδοχή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, όχι για τον λόγο που επικαλείται ο φίλος Νίκος Μουζέλης, δηλαδή ότι τελικά θα οδηγήσει και το τελευταίο ελληνικό απομεινάρι της σοσιαλδημοκρατίας, το Κίνημα Αλλαγής, στον αφανισμό, αλλά επειδή, κατά τη γνώμη μου, μία τέτοιου τύπου συνεργασία δεν λαμβάνει υπόψη της δύο παράγοντες:

• πρώτον, ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία ως ιδεολογίες είναι ασυμβίβαστες στην πολιτικο-πρακτική εφαρμογή τους και,

• δεύτερον, η τυχόν ελληνική καινοτομία τους θα συνιστούσε πολιτική τερατογένεση. Στην περίπτωση αυτή δεν θα είχαμε να κάνουμε με μία «ανίερη συμμαχία» τύπου ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ., αλλά μ’ έναν πολιτικό Φρανκεστάιν!

Μετά τις επικείμενες εκλογές, λοιπόν, επιβάλλεται να συγκυβερνήσουν τα κόμματα ΣΥΡΙΖΑ και Κίνημα Αλλαγής. Εκτός από τις ιδεολογικές συγγένειες των δύο κομμάτων, συντρέχουν κι άλλοι λόγοι. Πρωτεύει, όμως, το Κίνημα Αλλαγής, το οποίο βρίσκεται στην ιδρυτική φάση του, να εκπονήσει αναλυτικά προγράμματα επιμέρους πολιτικών και στη συνέχεια να τα θέτει στην κρίση των πολιτών προς διαβούλευση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως όλοι έχουμε αντιληφθεί, έχει κάνει δύο ριζικές στροφές: η πρώτη αναφέρεται στην εσωτερική πολιτική και η δεύτερη στην ευρωπαϊκή και ευρύτερα στην εξωτερική πολιτική. Και για τις δύο τύπου πολιτικές του ισχύουν ορθολογικά, ριζοσπαστικά κριτήρια, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση ούτε με τον λαϊκισμό, ούτε με τον εθνομηδενισμό, ούτε με τις πελατειακές σχέσεις.

Κοντολογίς, εάν ο γραφειοκρατικός μετασχηματισμός του ΠΑΣΟΚ σε Κίνημα Αλλαγής οδηγήσει σε συνεργασία με τη Ν.Δ., τότε θα συμφωνήσω με τον Νίκο Μουζέλη: η Φώφη Γεννηματά θα υπογράψει τον πολιτικό θάνατο της παράταξής της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, ο οποίος γεννήθηκε από τον δομικό μετασχηματισμό του ευρύτερου χώρου, μπορεί και επιβάλλεται να συνεργασθεί με το Κίνημα Αλλαγής στην ιστορική και πολιτική προοπτική της «μετα-μνημονιακής» Ελλάδας.