Η Δημοκρατία θα καταρρεύσει αν δεν σκεφτόμαστε ως πολίτες -Του Μάρτιν Γουλφ

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Δημοκρατία θα καταρρεύσει αν δεν σκεφτόμαστε ως πολίτες -Του Μάρτιν Γουλφ / 1 View / 22/08/2020

Η Covid-19 ήταν ένα παγκόσμιο σοκ. Θα προκαλέσει όμως έναν μετασχηματισμό; Η απάντηση είναι ότι μπορεί να αποτελέσει ένα μετασχηματιστικό γεγονός για ορισμένες δυτικές κοινωνίες, ιδίως για τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Για τις δυτικές φιλελεύθερες Δημοκρατίες, η εποχή μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μπορεί να διαιρεθεί σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη, που διαρκεί περίπου από το 1945 έως το 1970, ήταν η εποχή μιας «σοσιαλδημοκρατικής» συναίνεσης ή, όπως λένε οι Αμερικανοί, της συναίνεσης του «New Deal». Η δεύτερη, που αρχίζει από το 1980, ήταν αυτή της «παγκόσμιας ελεύθερης αγοράς» ή της «συναίνεσης Θάτσερ – Ρέιγκαν».

Μεταξύ αυτών των δύο περιόδων υπήρξε μια μεσοβασιλεία, του υψηλού πληθωρισμού της δεκαετίας του 1970. Σήμερα, ζούμε σε μια περίοδο που φαίνεται να είναι μια άλλη μεσοβασιλεία, η οποία άρχισε με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση (του 2008). Αυτή η κρίση καταρράκωσε την ιδεολογία της αγοράς. Όμως σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο έγιναν γενναίες προσπάθειες για την αποκατάσταση του αρχαίου καθεστώτος μέσω της διάσωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της αυστηρότερης ρύθμισης των αγορών και της δημοσιονομικής λιτότητας.

Στην περίπτωση αυτή, η ανάδυση του λαϊκίστικου εθνικισμού ακολούθησε την απόπειρα αποκατάστασης. Με τον προστατευτισμό του και την επικέντρωσή του στις διμερείς σχέσεις, την υπόσχεσή του για προάσπιση της κοινωνικής ασφάλειας και την αρχική (πλην ξεχασμένη) έμφαση του στην ανοικοδόμηση των υποδομών, ο Ντόναλντ Τραμπ έγινε ηγέτης του κόμματός του επειδή δεν ήταν ένας παραδοσιακός Ρεπουμπλικανός οπαδός της ελεύθερης αγοράς. Με τη δέσμευσή του να αναβαθμίσει τις φτωχότερες περιοχές της χώρας του και τις ευνοϊκές αναφορές του στο «Νιου Ντιλ» του Φραγκλίνου Ρούσβελτ, ο Μπόρις Τζόνσον έχει επίσης δώσει ενδείξεις ότι ακολουθεί μια νέα κατεύθυνση. Αυτοί οι δύο ηγέτες έθαψαν τον Ρόναλντ Ρέιγκαν και τη Μάργκαρετ Θάτσερ.

Η επάνοδος του κράτους

Ο κορωνοϊός έχει επίσης προκαλέσει μια ακόμη πιο δραματική επάνοδο του κράτους σε σύγκριση με την οικονομική κρίση. Αυτό μπορεί να σηματοδοτεί το τέλος της δεύτερης μεταπολεμικής περιόδου μετάβασης.

Και τώρα, γύρω από ποια ιδέα θα μπορούσε να περιστραφεί η πολιτική, η κοινωνία και η οικονομία; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα πρέπει να είναι η ιδιότητα του πολίτη, μια έννοια που πηγαίνει πίσω στις πόλεις-κράτη των Ελλήνων και της Ρώμης. Πρόκειται για κάτι περισσότερο από μια πολιτική ιδέα. Όπως είπε και ο Αριστοτέλης, «ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον». Είμαστε πλήρεις ως άνθρωποι, εννοούσε, μόνον ως ενεργητικά μέλη μιας πολιτικής κοινότητας.

Σε μια δημοκρατία, οι άνθρωποι δεν είναι μόνον καταναλωτές, εργαζόμενοι, επιχειρηματίες, αποταμιευτές ή επενδυτές. Είμαστε πολίτες. Αυτός είναι ο δεσμός που ενώνει τους ανθρώπους σε μια κοινή προσπάθεια.

Στον σημερινό κόσμο, η ιδιότητα του πολίτη πρέπει να διέπεται από τρία επιμέρους στοιχεία: Την αφοσίωση στους δημοκρατικούς πολιτικούς και νομικούς θεσμούς καθώς και στις αξίες του ανοιχτού διαλόγου και της αμοιβαίας ανοχής που στηρίζουν όλα τα παραπάνω. Το ενδιαφέρον για τη δυνατότητα όλων των συμπολιτών μας να ζουν μια ολοκληρωμένη ζωή. Και, τέλος, την επιθυμία για δημιουργία μιας οικονομίας που θα επιτρέπει στους πολίτες και τους θεσμούς τους να ακμάζουν.

Οργή και απελπισία

Ο πιο σημαντικός λόγος για να δοθεί έμφαση στην ιδιότητα του πολίτη σήμερα είναι αυτός που περιγράφεται από τον Αριστοτέλη σχεδόν πριν από δυόμισι χιλιετίες. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθερότητα οποιασδήποτε συνταγματικής δημοκρατίας είναι η ύπαρξη μιας ακμάζουσας μεσαίας τάξης (υπό την έννοια των ανθρώπων που βρίσκονται στο μέσον της κατανομής του εισοδήματος). Χωρίς αυτήν, μια πολιτεία κινδυνεύει να μετατραπεί σε πλουτοκρατία, δημαγωγικό καθεστώς ή τυραννία.

Με τη διάβρωση της μεσαίας τάξης, ακόμη και οι εδραιωμένες δυτικές Δημοκρατίες βρίσκονται τώρα σε κίνδυνο. Ο συνδυασμός των δυσμενών οικονομικών εξελίξεων με τις προφανείς αδικίες έχει εξοργίσει πολλούς ανθρώπους.

Στο βιβλίο τους «Οι θάνατοι της απελπισίας και το μέλλον του καπιταλισμού», οι Anne Case και Angus Deaton υποστηρίζουν ότι οι εξελίξεις αυτές έχουν οδηγήσει πολλούς ανθρώπους σε σοβαρά προβλήματα υγείας. Σημειώνουν ότι τα ποσοστά θανάτου των μεσήλικων λευκών Αμερικανών έχουν αυξηθεί από το 2000 κι έπειτα. Κάτι παρόμοιο φαίνεται να συμβαίνει και στο Ηνωμένο Βασίλειο. «Οι θάνατοι της απελπισίας», όπως λένε, «είναι διαδεδομένοι μεταξύ όσων έχουν μείνει πίσω, ανθρώπων των οποίων η ζωή δεν εξελίχθηκε όπως την περίμεναν» (…)

Ο μεταπολεμικός διακανονισμός λειτούργησε καλά, για λίγο. Ήταν ισότιμος και οικονομικά δυναμικός, ειδικά σε χώρες που καταστράφηκαν από τον πόλεμο. Οι δυτικές κυβερνήσεις ανέλαβαν ενεργό ρόλο στη διαχείριση των εγχώριων οικονομιών τους, ενώ ταυτόχρονα φιλελευθεροποίησαν και επέκτειναν το εξωτερικό εμπόριο. Από πνευματικής άποψης θα πρέπει να ονομαστεί ο αιώνας του Κέινς. Αλλά πέθανε με την άνοδο του πληθωρισμού που προκάλεσε εργασιακή αναταραχή και οικονομική επιβράδυνση τη δεκαετία του 1970. Στη συνέχεια, την κεϋνσιανή εποχή ακολούθησε η εποχή του Μίλτον Φρίντμαν, που χαρακτηρίζεται από παγκοσμιοποίηση, απελευθερωμένες αγορές, χαμηλούς φόρους και εστίαση στον έλεγχο του πληθωρισμού.

Η εποχή της ανισότητας

Αυτή η νέα παγκόσμια εποχή σημείωσε εντυπωσιακές επιτυχίες, ιδίως στον περιορισμό της παγκόσμιας ανισότητας και τη μείωση της μαζικής φτώχειας. Ήταν επίσης μια εποχή σημαντικών καινοτομιών, κυρίως στην τεχνολογία της πληροφορίας. Το πιο σημαντικό, ήταν η εποχή κατά την οποία ο σοβιετικός κομμουνισμός κατέρρευσε και το ιδανικό της δημοκρατίας εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο.

Ωστόσο, εμφανίστηκαν πολλές μεγάλες αδυναμίες. Η οικονομική ανάπτυξη στις χώρες με υψηλό εισόδημα έτεινε να είναι χαμηλή σε σχέση με εκείνη που επιτεύχθηκε στη μεταπολεμική εποχή. Η κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου έγινε πιο άνιση. Η οικονομική αξία της σχετικά ανειδίκευτης εργασίας μειώθηκε σε σχέση με την αξία εκείνης των αποφοίτων κολεγίου. Οι αγορές εργασίας έγιναν πιο «ευέλικτες», αλλά τα εισοδήματα έγιναν πιο επισφαλή. Όσο πιο άνιση η κοινωνία, τόσο πιο περιορισμένη είναι η κοινωνική κινητικότητα.

Η παρακμή της βιομηχανικής παραγωγής ως πηγής απασχόλησης είχε αρνητικές επιπτώσεις στις πόλεις και τις περιοχές όπου ήταν συγκεντρωμένη. Όταν τα εργοστάσια κλείνουν ή απολύουν μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού τους, επηρεάζεται επίσης η ευρύτερη τοπική οικονομία. Τέτοιες «εγκαταλελειμμένες» περιοχές έχουν γίνει κρίσιμο στοιχείο στους συνασπισμούς των δυσαρεστημένων.

Ο κ. Τραμπ έγινε Πρόεδρος των ΗΠΑ και ο κ. Τζόνσον πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου λόγω της επιτυχίας τους στην ενσωμάτωση της δυσαρέσκειας αυτών που «έμειναν πίσω» στους συντηρητικούς συνασπισμούς τους. Αυτό, με τη σειρά του, ήταν μια αντίδραση μεγάλων τμημάτων της παλιάς εργατικής τάξης στον μετασχηματισμό των παραδοσιακών κομμάτων της Αριστεράς (Εργατικών και Δημοκρατικών) σε σχήματα που αντιπροσωπεύουν περισσότερο τους πανεπιστημιακής μόρφωσης κοσμοπολίτες ψηφοφόρους, τις εθνοτικές και πολιτισμικές μειονότητες (…)

Τι σημαίνει λοιπόν η επιστροφή στην ιδέα της ιδιότητας του πολίτη σε αυτό το νέο πλαίσιο; Αυτό που σημαίνει είναι ότι το πρώτο μέλημα των δημοκρατικών κοινωνιών είναι η ευημερία όλων των πολιτών τους. Για να γίνει αυτό πραγματικότητα, απαιτούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Οι πολιτικοί θεσμοί πρέπει να είναι επιδεκτικοί της επιρροής όλων των πολιτών και όχι μόνον των πλουσιότερων. Η πολιτική πρέπει να στοχεύει στη δημιουργία και την υποστήριξη μιας ισχυρής μεσαίας τάξης, διασφαλίζοντας παράλληλα ένα δίχτυ ασφαλείας για όλους. Όλοι οι πολίτες, ανεξαρτήτως φυλής, εθνικότητας, θρησκείας ή φύλου, έχουν δικαίωμα ίσης μεταχείρισης.

Τα ανθρώπινα όντα πρέπει να ενεργούν συλλογικά καθώς και ατομικά. Ενεργώντας συλλογικά μέσα σε μια Δημοκρατία, σημαίνει ότι ενεργούμε και σκεφτόμαστε ως πολίτες. Διαφορετικά η Δημοκρατία θα αποτύχει. Είναι καθήκον της γενιάς μας να διασφαλίσουμε ότι αυτό δεν θα συμβεί.