Η αναθεώρηση του Συντάγματος ως εργαλείο κατάργησης του εκλογικού νόμου

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η αναθεώρηση του Συντάγματος ως εργαλείο κατάργησης του εκλογικού νόμου / 7 View / 18/07/2019

Η αλλαγή του εκλογικού συστήματος είναι στη χώρα μας ζήτημα συνταγματικού ενδιαφέροντος. Μάλιστα, η ρύθμιση του άρθρου 54 παρ. 1 Συντ., που προβλέπει ότι καθεμιά μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου εφαρμόζεται από τη μεθεπόμενη εκλογική αναμέτρηση, εκτός αν έχει υπερψηφιστεί με πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών, συνδέεται με τη δημοκρατική αρχή: πρόκειται για κανόνα που διασφαλίζει την ανόθευτη έκφραση του εκλογικού σώματος, καθώς δεν επιτρέπει στους κυβερνώντες και στις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες που τους στηρίζουν να μεταβάλλουν τους κανόνες της εκλογικής διαδικασίας για να εξυπηρετούν τις πρόσκαιρες κομματικές τους στοχεύσεις.

Στο παραπάνω πλαίσιο, ο ισχύων εκλογικός νόμος που προσομοιάζει σε σύστημα απλής αναλογικής δεν εφαρμόστηκε στις εκλογές της 7 Ιουλίου, αλλά θα πλαισιώσει τις προσεχείς εκλογές, ακόμη και αν έχει εν τω μεταξύ τροποποιηθεί από τη νέα Βουλή.

Η επαναφορά του συστήματος της ενισχυμένης αναλογικής αποτέλεσε εξαγγελία της κυβέρνησης της Ν.Δ., που φαίνεται ότι έχει εξασφαλίσει και τη σύμπραξη του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Ωστόσο, τα δύο κόμματα δεν διαθέτουν την απαιτούμενη πλειοψηφία των 200 βουλευτών, ώστε να καταργηθεί ο εκλογικός νόμος με την υιοθέτηση του νέου. Ετσι, η πολιτική και κοινοβουλευτική απορία της κυβέρνησης μετατρέπεται σε συνταγματικό παιγνίδι.

Δεδομένου ότι στην πρώτη φάση της αναθεώρησης του Συντάγματος συμπεριλήφθηκε στις υπό τροποποίηση διατάξεις η πρώτη παράγραφος του άρθρου 54 Συντ., προτείνεται η αναθεωρητική Βουλή να μειώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία και πια ο εκλογικός νόμος να ισχύει άμεσα, εφόσον υπερψηφιστεί από 180 βουλευτές. Τούτο, παρότι η πρώτη Βουλή αποφάσισε ότι η αναθεώρηση του άρθρου 54 παρ. 1 θα αφορά μόνον την προσθήκη εδαφίου, με το οποίο θα κατοχυρώνονται τα αναλογικά χαρακτηριστικά του εκλογικού συστήματος.

Συζήτηση για την αναθεώρηση της ρύθμισης που επιβάλλει την αυξημένη πλειοψηφία για την άμεση εφαρμογή του εκλογικού νόμου δεν διεξήχθη, το θέμα δεν τέθηκε καν. Βέβαια, οι συνήγοροι της πρότασης υποστηρίζουν ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύεται από τις προτάσεις της προηγούμενης και ότι είναι ελεύθερη να προσδώσει στις νέες συνταγματικές διατάξεις την κατεύθυνση που απορρέει από τις θεσμικές και πολιτειακές θεωρήσεις της.

Στην επίμαχη περίπτωση, όμως, και ανεξάρτητα από την ορθότητα ή μη της παραπάνω θέσης, δεν μπαίνει τέτοιο ζήτημα: η αναθεωρητική Βουλή καλείται να μεταβάλει κανόνα που δεν αποτέλεσε αντικείμενο των διαδικασιών της πρώτης φάσης της αναθεώρησης και που προφανώς δεν εντάσσεται στο περιεχόμενο της σχετικής απόφασης.

Επιπλέον, η αναθεωρητική Βουλή καλείται να μεταβάλει κανόνα που είχε υιοθετηθεί το 2001 με ευρύτατη πλειοψηφία και που η εφαρμογή του περιόριζε την κυβερνητική αυθαιρεσία κατά τη μετάπλαση του εκλογικού νόμου, να κάμψει δηλαδή μια δημοκρατική εγγύηση. Το ενδεχόμενο να μετατραπεί η αναθεωρητική διαδικασία σε όχημα εξυπηρέτησης πολιτικών επιδιώξεων είναι ορατό και είναι υποχρέωση τόσο της αναθεωρητικής Βουλής όσο και της συνταγματικής επιστήμης να το αποτρέψει.

* Αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών