Επιθυμία – Φαντασία – Διαφορά (ή περί μηχανικής και παθολογίας του χρέους). Του Βαγγέλη Ιντζίδη

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Επιθυμία – Φαντασία – Διαφορά (ή περί μηχανικής και παθολογίας του χρέους). Του Βαγγέλη Ιντζίδη / 231 View / 12/07/2016

Σε παρουσίαση της σκέψης του Ζιλ Ντελέζ διάβασα πως “αυτοί που θέτουν τους κανόνες πρέπει να κάνουν αυτούς που τους ακολουθούν (/αποδέχοναι ή/και υποτάσσονται στους κανόνες) παθιασμένους με την ακολουθία/αποδοχή κανόνων”

Μετά αναρωτήθηκα ποια λέξη είναι κυρίαρχη – με τη μεγαλύτερη συχνότητα – στην ΕΕ υπό την ηγεμονία της γερμανικής επικέντρωσης του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Μα η λέξη κανόνας (“υπάρχουν κανόνες”, “δεν μπορεί κανείς να μη θέλει κανόνες”, “δεν γίνεται να μην τηρούμε τους κανόνες”, “το σύμφωνο/οι κανόνες σταθερότητας” κ.λπ).

Και ποιες άλλες λέξεις είναι εξαιρετικά συχνές; Οι λέξεις: μεταρρύθμιση, καινοτομία, ευελιξία και επισφάλεια (τόσο σε ευρωπαϊκά έγγραφα και σε ευρωπαϊκές πολιτικές ρητορικές, όσο και σε πολιτικές ρητορικές σε εθνικό επίπεδο).

Λαμβάνοντας υπόψη το κειμενικό περιβάλλον στο οποίo συναρθρώνονται ( κειμενικό αρμολόγημα [assemblage]) αυτές οι λέξεις προκύπτει η απορία: αν υπάρχουν κανόνες τότε αυτοί σηματοδοτούν σταθερότητα κι αν αυτό έτσι είναι πώς γίνεται η σταθερότητα να είναι ευέλικτη, να είναι σταθερή αλλά και να αλλάζει αφού η καινοτομία δημιουργεί τις τομές του καινού και μάλιστα μέσω μεταρρυθμίσεων;

Το πράγμα τώρα γίνεται περισσότερο πολύπλοκο. Η αρχική πρόταση μπορεί να ειπωθεί διαφορετικά: Αυτοί που δεν αλλάζουν ή επιδιώκουν να μείνουν σταθεροί στην κυριαρχία τους, αυτοί που δεν θέλουν μεταρρύθμιση, ευελιξία και καινοτομία σχετικά με τη δική τους θέση και διαχείριση δύναμης πρέπει να κάνουν τους άλλους παθιασμένους με τις μετατοπίσεις, τις εκτοπίσεις από τη θέση τους, με την ευελιξία της δύναμης και της άσκησής της, με την καινοτομία και την αλλαγή, την απεδαφοποίηση, τη μετοίκηση, αρκεί να μην αλλάξει το ποιος θα έχει το πάνω χέρι.

Αλλά αν ο κανόνας είναι η μηχανή που παράγει σταθερότητα τίθεται ένα πρόβλημα μηχανικής μιας και η μηχανή ως σταθερή και ρυθμική κίνηση δεν μπορεί να παράγει μηχανές ασταθών κινήσεων…ή μήπως μπορεί;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ξεκινά από την απάντηση σε ένα άλλο: Είμαστε το αίτιο της επιθυμίας μας ή το αποτέλεσμά της;

Σε αυτό το ερώτημα, που απηχεί τη θέση του Μπαρούχ Σπινόζα, αποδέχομαι την απάντησή του: είμαστε το αποτέλεσμα της επιθυμίας μας. Κατά συνέπεια, πρέπει να παραδεχτώ ότι είναι επιθυμία μου να ανήκω σε αυτούς που παραδίδουν την αυτονομία τους στη μηχανή, την προβληματική μηχανή των κανόνων που προανέφερα. Εκτός κι αν δεν επιθυμώ…΄ή δεν έχω εκφράσει την επιθυμία μου από φόβο του άγνωστου που ενδεχομένως η έκφρασή της να με οδηγήσει. Ο καθένας και η καθεμιά υφίσταται αυτό που επιθυμεί; ΄Η μήπως υφίσταται τις συνέπειες της άρνησης της επιθυμίας του ή/και της απώθησής/αποσιώπησής της;

Το ζήτημα στη διατύπωσή του, τουλάχιστον, μετασχηματίζεται: Ναι, η μηχανή δεν θέλει μήτε κανόνες, μήτε καινοτομία, μήτε ευελιξία. Επειδή θέλει να δανείζεσαι ένα αλλότριο πάθος , το πάθος εκείνου που συντηρείται στην ιεραρχία μέσω των κανόνων που δεν επιδιώκει να αλλάξουν, ώστε να μην επιθυμείς. Αυτό είναι κατά μία άλλη εκδοχή, το χρέος. Το αλλότριο πάθος ώστε να μην εκφράσεις τα δικά σου πάθη. Το πάθος των κατασκευασμένων δυνατών που πρέπει να ακολουθούν παθιασμένα οι κατασκευασμένοι αδύναμοι, το δάνειο πάθος των καταπιεστών που χρεώνεται στην παθιασμένη υπακοή των καταπιεσμένων. Αυτό χρωστάμε. Το πάθος των άλλων. Και αυτό είναι το έλλειμμα. Η άρνηση του δικού μας πάθους.  Αυτή είναι η μηχανή. Και αυτός είναι ο φόβος καθενός που είναι μέρος της: η επιθυμία.

¨Ισως μια καλή αρχή είναι να αλλάξω τις λέξεις και αντί των όρων κανόνας – μεταρρύθμιση – καινοτομία – ευελιξία να χρησιμοποιήσω τους όρους επιθυμία – ανασχεδιασμός – φαντασία – διαφορά.

“Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις έχουν νόημα μόνον στο βαθμό που μπορούν να ενσωματωθούν στην ανθρώπινη διαδικασία της δημιουργίας του εαυτού. Με αυτή την έννοια η ανθρώπινη ιστορία είναι πράγματι το απόλυτο όριο της γνώσης” γράφει ο Αντόνιο Γκράμσι.

Τα ζεύγη —–ερώτηση-απάντηση, άνθρωπος – εαυτός, ιστορία – γνώση—— είναι σχέσεις (διαδικασίες και λειτουργίες). Αλλά δεν μπορείς να πεις πως οι σχέσεις είναι το νόημα. Αυτό θα ήταν κάτι εξαιρετικά ανακουφιστικό. Να πεις, δηλαδή, πως το νόημα της σχέσης αποικιοκράτη – αποικιοκρατούμενου είναι η υποταγή. Το νόημα βρίσκεται σε αυτό που παράγει μια σχέση υποταγής, στο παράδειγμά μας η σχέση υποταγής παράγει κέρδος στην εκμετάλλευση των πρώτων υλών μέσω διαδικασιών και λειτουργιών υποταγής. Το νόημα της σχέσης δεν είναι επομένως η υποταγή είναι η εκμετάλλευση. Ακόμη και σε μια σχέση, λόγου χάρη, ιδιωτική, κακοποίησης, το νόημα δεν είναι η κακότητα/η βία κ.ο.κ. αλλά αυτό που παράγει. Την ευτέλεια της δύναμης όταν ασκείται για να επιβεβαιώσει την άμεση εξάρτησή της από την αδυναμία, την αδυναμία και του θύματος αλλά και του θύτη της κακοποίησης.

Φαίνεται ως να είναι αυτό το όριό μας: η εκμετάλλευση και η αδυναμία. Αυτή είναι η γνώση μας εκτός κι αν επιλέξουμε να αναδημιουργήσουμε, να ανασχεδιάσουμε τον εαυτό οπότε οφείλουμε να προβούμε στη σύναψη τέτοιων σχέσεων που το νόημά τους, αυτό που θα παράγεται από αυτές θα είναι μια άλλη γνώση, δηλαδή μια άλλη ιστορία.

Αν όμως πρέπει να δημιουργήσουμε τον εαυτό (μας) δεν χρειάζονται δυο αρνήσεις, δηλαδή ο ρεαλισμός νοούμενος ως μη-ου-τοπία (δύο αρνήσεις).

Ποιο είναι λοιπόν το νόημα της δημιουργίας του εαυτού αν όχι η κατάφαση σε αυτό που επιθυμούμε δίχως την εξάρτηση από το αντίθετό του;

Κι αυτό σημαίνει μια επανάληψη που δημιουργεί διαφορά και όχι σύγκριση ή εξάρτηση. Σημαίνει πως το αίτημα δεν είναι η αναγνώριση για να πράξουμε αλλά αντιθέτως η επιθυμία του πράττειν και η πράξη της. Επειδή πράττουμε είμαστε αναγνωρίσιμοι.