Εκκλησία και κράτος: δυναμικές αλλαγής – του Αντώνη Λιάκου

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εκκλησία και κράτος: δυναμικές αλλαγής – του Αντώνη Λιάκου / 33 View / 13/11/2018

Η ανησυχία από την (προ)συμφωνία πρωθυπουργού – αρχιεπισκόπου, για τη μισθοδοσία του κλήρου και την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, μπορεί να περιγραφεί ως «φόβος για τις συνέπειες από μια συνάντηση ενός αναξιόπιστου κράτους με μια ανυπόληπτη ιεραρχία». Φράση ενός σοφού ιερέα.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία είναι βέβαια ο μεγαλύτερος οργανισμός δίπλα στο κράτος, είναι όμως διφυής. Το πνευματικό και τελετουργικό της περιεχόμενο είναι αρχέγονο, αλλά η ίδια, ως θεσμός, είναι δημιούργημα του ελληνικού κράτους. Στην Ελλάδα δηλαδή δεν είχαμε ένα θεοκρατικό κράτος, ή ένα κράτος με διπλή καταγωγή, θρησκευτική και κοσμική, ώστε να τεθεί κάποια στιγμή ζήτημα διαχωρισμού εκκλησίας – κράτους.

Εδώ έχουμε μια κρατική εκκλησία, την οποία ίδρυσαν οι Βαυαροί κατά τα πρότυπά τους, της οποίας τον Καταστατικό Χάρτη τον ορίζει το κράτος, και η οποία λειτουργεί κατά τους νόμους και τους κανόνες του.

Οι εκκλησιαστικές κοινότητες, οι ενορίες, δεν ήταν εξαρχής κρατικοποιημένες. Και γι’ αυτό τους ιερείς, ώς τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., τους πλήρωναν οι ενορίτες με δικές τους εισφορές. Η κρατικοποίηση της εκκλησίας χρειάστηκε δεκαετίες για να συντελεστεί και συντελέστηκε σε μια στιγμή που ξαναφτιαχνόταν το ελληνικό κράτος στον εμφύλιο. Το 1945 οι κληρικοί περιήλθαν στο κρατικό μισθολόγιο. Εκτοτε άρχισε η διελκυστίνδα με την εκκλησιαστική περιουσία.

Τι σημαίνει όμως τώρα «συνάντηση ενός αναξιόπιστου κράτους με μια ανυπόληπτη ιεραρχία»; Εκείνο που φοβούνται οι μητροπολίτες αλλά και οι απλοί ιερωμένοι είναι δύο πράγματα. Το πρώτο, αν το κράτος θα αποδίδει το ποσό με το οποίο καλύπτει τη μισθοδοσία των κληρικών στην εκκλησία, τακτικά και χωρίς περικοπές, και το δεύτερο, ποιος και με ποιον μηχανισμό, και υπό ποίου τον έλεγχο θα αναλάβει τη διαχείρισή του. Ο πρώτος φόβος είναι γενικευμένος και εμποδίζει μεγάλους θεσμούς να αποκτήσουν την αυτονομία τους.

Ο ίδιος φόβος και στα πανεπιστήμια. Αν τους πεις, όπως είπαμε στον Διάλογο για την Παιδεία, ένα ενιαίο ποσό για κάθε πανεπιστήμιο το οποίο θα το χειρίζεται κάθε πανεπιστήμιο και από το οποίο θα πληρώνει και το μόνιμο προσωπικό του, η αντίδραση των πανεπιστημιακών θα ήταν πανομοιότυπη.

Θα αποδίδονται τα χρήματα και ποιος θα τα χειρίζεται; Η αντίδραση βέβαια μοιάζει με την προσκόλληση του μικρού παιδιού στη μάνα του, επειδή φοβάται ότι θα το εγκαταλείψει. Πράγμα που εμποδίζει την ενηλικίωσή του. Και το ζήτημα για μια δημοκρατία είναι η ενηλικίωση των θεσμών. Αυτονομία και ενηλικίωση είναι σαν την κότα με το αυγό.

Ποιοι συγκεκριμένοι φόβοι υπάρχουν στην εκκλησία; Αφενός οι δεσποτάδες φοβούνται ότι διαχείριση των χρημάτων από τον αρχιεπήσκοπο θα δημιουργήσει έναν κεντρικό θεσμό που θα περιορίσει την αυτονομία τους. Αφετέρου οι παπάδες φοβούνται ότι θα βρεθούν στο έλεος των μητροπολιτών. Οι δε περιφερειακές εκκλησίες (Κρήτη κ.λπ.) ότι θα περιοριστεί η αυτονομία τους.

Οι φόβοι αυτοί είναι υπαρκτοί, αν δει κανείς τα πράγματα στατικά. Αλλά εδώ βρίσκεται η σημασία της συμφωνίας, αν τη δει κανείς δυναμικά. Αν αναρωτηθεί δηλαδή πώς θα δημιουργήσει μια νέα δυναμική, με μεγαλύτερη εμβέλεια από τη διαχείριση των οικονομικών. Και η δυναμική αυτή ακούει στο όνομα αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας.

Μια παρένθεση εδώ: αν στην ιστορία των πόλεων, οι δρόμοι απέκτησαν όνομα και τα σπίτια αριθμό, αυτό έγινε όχι ως αποτέλεσμα μιας διαταγής, αλλά της εισαγωγής του ταχυδρομείου, που έπρεπε να βρίσκει τον παραλήπτη. Αν οι άνθρωποι απέκτησαν σταθερό επίθετο, αυτό ήταν αποτέλεσμα της φορολογίας, της νομικής κατοχύρωσης της ιδιοκτησίας κ.λπ. θεσμών του νεωτερικού κράτους.

Αλλά και στην παραδοσιακή κοινωνία, αν αναφερόμαστε στην περίφημη ελληνική παραδοσιακή κοινότητα, αυτή δημιουργήθηκε από τη μορφή της οθωμανικής φορολογίας κατά κοινότητες. Η συμφωνία επομένως πρωθυπουργού-αρχιεπισκόπου πρέπει να ιδωθεί όχι στατικά, αλλά υπό το πρίσμα αυτής της δυναμικής.

Η αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας είναι επιβεβλημένη. Ο τρόπος, ο μηχανισμός με τον οποίο θα γίνει η διαχείριση των οικονομικών της εκκλησίας θα είναι αποφασιστικός για τον χαρακτήρα της, αλλά και ευρύτερα, για το μέλλον των σχέσεων κράτους – εκκλησίας. Οχι μόνο για τα οικονομικά ζητήματα, αλλά και για τα πνευματικά. Γιατί οποιοσδήποτε διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους, αν δεν αλλάξει η ίδια η εκκλησία, θα κάνει τα πράγματα χειρότερα, όχι καλύτερα.

Στην εκκλησία υπάρχει ένας περίεργος φεουδαλισμός, που ακούει στο όνομα «δεσποτοκρατία». Ο ισχύων συνοδικός τύπος διεύθυνσης της εκκλησίας σημαίνει ότι ο αρχιεπίσκοπος είναι όμηρος των ιεραρχών και ο απλός κλήρος υπό το έλεος του τοπικού μητροπολίτη, χωρίς θεσμικούς ελέγχους και δικλίδες ασφαλείας. Πώς πρέπει να οργανωθεί η εκκλησία; Ο Καταστατικός Χάρτης έχει κομβική σημασία. Είναι τώρα ευκαιρία, αλλά θέλει στήριξη, για μια συζήτηση στην οποία πρέπει να δημιουργηθεί μια προοδευτική συμμαχία από την πλευρά της πολιτείας και να ακουστούν με παρρησία οι φωτισμένες και συνετές φωνές μέσα στην εκκλησία.