Δομή της πολιτικής εξουσίας και εκλογικό σύστημα – του Θεόδωρου Γεωργίου

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δομή της πολιτικής εξουσίας και εκλογικό σύστημα – του Θεόδωρου Γεωργίου / 13 View / 14/01/2020

Ενα θεμελιώδες ζήτημα, με το οποίο ασχολείται η σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία, είναι το πρόβλημα της ορθολογικής και δημοκρατικής πολιτικής κοινωνίας. Δηλαδή κάτω από ποιες συνθήκες, με ποιους όρους και ποιες προϋποθέσεις οι σύγχρονες πολιτικές κοινωνίες καθίστανται ορθολογικές και δημοκρατικές. Σχεδόν όλοι οι στοχαστές και οι φιλόσοφοι της εποχής μας υποστηρίζουν ότι το κριτήριο της ορθολογικής πολιτικής κοινωνίας αναζητείται στην αντιπροσωπευτική σχέση η οποία συνδέει τους εκλέκτορες με τους κυβερνώντες. Αυτή η σχέση αντιπροσώπευσης είναι όχι μόνον το θεμέλιο της δημοκρατικής πολιτικής μορφής ζωής, αλλά και η ίδια η συνθήκη που καθιστά την άσκηση της πολιτικής εξουσίας ορθολογική.

Με άλλα λόγια, στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες η λειτουργία της αντιπροσωπευτικής σχέσης είναι η «λυδία λίθος» όχι μόνο για το σύστημα της τυπικής δημοκρατίας ως νομιμοποιητικής διαδικασίας για την πολιτική εξουσία, αλλά κυρίως για τη διαμόρφωση των πραγματολογικών συνθηκών του δημοκρατικού πολιτισμού εν γένει. Πράγμα που σημαίνει ότι ο τύπος αντιπροσώπευσης που επιβάλλει το εκάστοτε ισχύον εκλογικό σύστημα καθορίζει τελικά, πρώτον, τη μορφή άσκησης της πολιτικής εξουσίας και, δεύτερον, τον τύπο δημοκρατίας που μία πολιτική κοινωνία «κατασκευάζει» για τον εαυτό της.

Με αφετηρία αυτές τις θεωρητικο-πολιτικές θέσεις, μπορούμε να εξετάσουμε τα σχετικά ζητήματα μετά την κυβερνητική πρωτοβουλία να ψηφισθεί νέος εκλογικός νόμος μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου. Η σχετική δημόσια και πολιτική διαβούλευση έχει ξεκινήσει και επειδή η έμφαση της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας δίδεται στην κατάργηση ή τη διατήρηση της απλής αναλογικής ως εκλογικού συστήματος, θα σταθούμε ιδιαίτερα σ’ αυτό το ζήτημα.

Ο Φώτης Κουβέλης, σ’ ένα εμπεριστατωμένο κείμενό του (εφημερίδα «Η Εποχή», 5 Ιανουαρίου 2020), τονίζει: «Με την απλή αναλογική η Βουλή γίνεται πραγματικά αντιπροσωπευτικός θεσμός της ελληνικής κοινωνίας και παρέχεται η δυνατότητα να εκφράζονται χωρίς αποκλεισμούς όλες οι απόψεις και οι πολιτικές θέσεις». Στη φράση αυτή του Κουβέλη συνοψίζεται η ορθολογική επιχειρηματολογία ολόκληρης της προοδευτικής παράταξης σχετικά με το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής. Στην αντίπερα πολιτική όχθη διατυπώνεται το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο απλή αναλογική και κυβερνητική σταθερότητα είναι «πράγματα» τα οποία δεν μπορούν να συμβιβαστούν και να συνυπάρξουν.

Δεν αμφιβάλλω ότι η θέση αυτή, σύμφωνα με την οποία το σύστημα της απλής αναλογικής δεν «εξασφαλίζει την κυβερνητική σταθερότητα», ότι έχει μία κάποια βάση. Το πολιτικό ερώτημα όμως είναι τελικά: Να εξασφαλισθεί η κυβερνητική σταθερότητα με κάθε τίμημα, ακόμα και αν χρειασθεί ο εκλέκτορας (ο ψηφοφόρος) να αυτοκαταργηθεί ως πολίτης; Και δεν είναι αυτό το μοναδικό τίμημα, το οποίο πληρώνουμε ως δημοκρατική πολιτική κοινωνία εάν καταργηθεί το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής. Βυθιζόμαστε ως πολιτική κοινωνία σ’ έναν ωκεανό, όπου ο δημοκρατικός πολιτισμός εξαφανίζεται. Ο ορισμός του Αβραάμ Λίνκολν (Αμερικανός πρόεδρος: 1809-1865) για τη δημοκρατία, «διακυβέρνηση του λαού, από τον λαό και για τον λαό», διαγράφεται.

Ας διευκρινισθούν, έστω και επιγραμματικά, όλες εκείνες οι όψεις του δημοκρατικού πολιτισμού οι οποίες κρίνονται δευτερεύουσες για όσους υποστηρίζουν την κατάργηση της απλής αναλογικής. Πρώτα πρώτα, η αντιπροσώπευση ως τυπική διαδικασία νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας αμφισβητείται στον πυρήνα της: ό,τι ορίζεται ως αποτέλεσμα μέσω της αντιπροσωπευτικής διαδικασίας δεν επιτρέπεται (σε επίπεδο θεσμικής οργάνωσης) να αποτελεί αντικείμενο δευτερογενούς νομικής ρύθμισης. Στον ίδιο τον πυρήνα της αντιπροσώπευσης τοποθετείται ένας μηχανισμός ελέγχου και αρνητικής αξιολόγησης της βούλησης των εκλεκτόρων. Υπάρχουν ψηφοφόροι, των οποίων η βούληση δεν είναι ισότιμη με τη βούληση των υπολοίπων. Αυτές οι ενδο-αντιπροσωπευτικές διακρίσεις των εκλεκτόρων διαμορφώνουν τις πραγματολογικές συνθήκες, οι οποίες οδηγούν στη «μεταμόρφωση» του πολίτη σε απλό ψηφοφόρο. Με άλλα λόγια η συμμετοχή κάθε εκλέκτορα σε μία τυπική αντιπροσωπευτική διαδικασία, η οποία δεν θεμελιώνεται στο σύστημα της απλής αναλογικής, τον οδηγεί στην πολιτική περιθωριοποίηση και τον καθιστά ανήμπορο να αυτοπραγματωθεί ως πολίτης.

Η ισοτιμία της βούλησης των εκλεκτόρων είναι μία σοβαρή και διά γυμνού οφθαλμού εντοπιζόμενη όψη του δημοκρατικού πολιτισμού. Και όσοι υποστηρίζουν την κατάργηση της απλής αναλογικής θα πρέπει να δώσουν μία απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Ενα άλλο σημείο έχει να κάνει με τον τύπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας, ο οποίος εγκαθιδρύεται με κάθε εκλογικό σύστημα που δεν είναι αναλογικό. Η εκτελεστική εξουσία σ’ αυτή την περίπτωση λειτουργεί ως εξουσία, η οποία κατά το πρότυπο του Βοναπάρτη, βολονταριστικά διαμορφώνει τις πολιτικές καταστάσεις (ο όρος στα γερμανικά είναι: Gestaltungsmacht). Κατασκευάζονται επίπεδα εξωκοινοβουλευτικής ισχύος και ανοίγουν την πόρτα προς τη «μεταδημοκρατία».

Συνοψίζοντας τη θεωρητικο-πολιτική επιχειρηματολογία μου σχετικά με την ορθολογική δύναμη του συστήματος της απλής αναλογικής, υποστηρίζω ότι στις μέρες μας, που οι απειλές κατά της δημοκρατίας πολλαπλασιάζονται, επιβάλλεται η ίδια η δημοκρατική πολιτική μορφή ζωής να υπερασπισθεί τα ορθολογικά δημιουργήματά της. Και ένα απ’ αυτά είναι το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής.