Ανεξαρτησία Δικαιοσύνης: μια ψευδεπίγραφη προβολή

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ανεξαρτησία Δικαιοσύνης: μια ψευδεπίγραφη προβολή / 11 View / 07/05/2018

Από τα Συντάγματα του Αγώνα μέχρι σήμερα, διακηρύσσεται, με όμοιες ή διαφορετικές εν μέρει διατυπώσεις, ότι η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη, πλην όμως επί περίπου 150 χρόνια προβάλλεται συνεχώς η απαίτηση για ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Κι αν στον συνταγματικό χάρτη παλαιότερων εποχών δεν υπήρχε πληρότητα ρυθμίσεων για τη δικαστική ανεξαρτησία, διατάξεις (άρθρα 87 και 88) του ισχύοντος Συντάγματος, που στεγάζονται με άλλες σχετικές υπό τον τίτλο «Δικαστική Εξουσία», διασφαλίζουν τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών ότι αυτοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, ότι αυτοί «είναι ισόβιοι», καθώς και ότι «οι αποδοχές τους είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους».

Επιπλέον κατά το άρθρο 26 Συντάγματος, οι τρεις λειτουργίες (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) είναι ισόκυρες, έτσι δεν ερωτάται με ποιο συνταγματικό πρόσημο και από ποιον ζητείται να «ανεξαρτητοποιηθεί» η δικαστική εξουσία και ποιες αλλαγές στο Σύνταγμα κρίνονται εφικτές και τόσο σημαντικές ώστε να προβάλλεται με εμμονικό τρόπο η απαίτηση αυτή, όταν μάλιστα είναι χαρακτηριστική η υστέρηση ιδεών -ή πρόκειται για αποφυγή προβολής τους;- και η έλλειψη πρωτεύουσας σημασίας σχετικών προτάσεων.

Ετσι, συμπυκνώνεται από δεκαετιών η απαίτηση να αναθεωρηθεί το άρθρο 90 παρ. 5 Συντάγματος, το οποίο, όπως είναι γνωστό, προβλέπει την «προαγωγή» -ακριβέστερα πρόκειται για «τοποθέτηση» -από το υπουργικό συμβούλιο δικαστικών στις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα ανώτατες στην ιεραρχία θέσεις.

Με την ανάγκη της αλλαγής αυτής ως κατά προσδοκία ωφέλιμης συμφωνούμε βεβαίως, ωστόσο η με μονοδρομημένη επαναληπτικότητα προβολή της, πέραν του ότι δείχνει ως να μην γνωρίζουμε ή να μην θέλουμε τι άλλο να αλλάξει, μας οδηγεί επιπλέον σε μεγάλη πλάνη, ότι μετά την αναθεώρηση της συνταγματικής διάταξης η «ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης», όπως διατυπώνεται, θα θεωρείται δεδομένη.

Και αυτό ως να αγνοούμε ότι υπήρξαν και υπάρχουν -έστω λίγοι- ανώτατοι δικαστές που τίμησαν τη θέση για την οποία ορίστηκαν -υπήρξαν και… οι άλλοι βέβαια-, αλλά και ότι σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη -και πέραν αυτών- η τοποθέτηση ηγεσίας -αδόκιμος όρος- στα ανώτατα δικαστήρια -αλλά και σε μεγαλύτερο εύρος, όπως π.χ. στη Γαλλία και τη Γερμανία -ορίζεται από όργανο κυβερνητικής -συνήθως- ή πολιτειακής εξουσίας.

Κατά συνέπεια, εφόσον κατά το Σύνταγμα είναι σε μέγιστο -σε σύγκριση και με άλλα Συντάγματα- βαθμό κατοχυρωμένη η «ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης», το ζητούμενο είναι όχι η «εξωτερική» αλλά η «εσωτερική» θεσμική ενίσχυση του κύρους του δικαστικού συστήματος και της αξιοπιστίας των πράξεων των λειτουργών του.

Για παράδειγμα, θα μπορούσε να επιδιωχθεί, είτε σε επίπεδο αναθεώρησης του Συντάγματος είτε με τροποποίηση της κοινής νομοθεσίας, η αλλαγή του άρθρου 90 Συντ., για τη συμμετοχή στο ΑΔΣ δικαστικών κατώτερων βαθμίδων με δυνατότητα ψήφου, δικαίωμα όλων των δικαστών για προσφυγή στην Ολομέλεια κατ’ αποφάσεων του ΑΔΣ, πλήρης αιτιολόγηση αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων δικαστικών, τροποποίηση διατάξεων των κωδίκων Οργανισμών των Δικαστηρίων, ώστε να εκλείψουν ή να μειωθούν φαινόμενα επιβολής ανώτερων προς κατώτερους στην εσωτερική λειτουργία του συστήματος και να ενισχυθεί έτσι η ελευθερία των δικαστών.

Θα πρόσθετα την αναγκαιότητα τροποποιήσεων σχετικών διατάξεων για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Επιθεώρησης των Δικαστηρίων και την ενίσχυση της αξιοπιστίας των πειθαρχικών συμβουλίων, όπως και του αυτοδιοίκητου -όρος, έστω, καθ’ υπερβολήν- για όσα δικαστήρια προβλέπεται και την επέκτασή του και σε άλλους σχηματισμούς.

Τα παραπάνω μπορούν να αποδειχθούν ωφέλιμα, επειδή, όπως στο εσωτερικό κάθε εξουσίας, έτσι και της δικαστικής, αναπτύσσονται εξουσιαστικές νοοτροπίες, οι οποίες μπορεί να υλοποιούνται με δύο μορφές: είτε σε λειτουργικού χαρακτήρα τοποθετήσεις δικαστικών σε εύκολα ή δύσκολα αναλόγως τμήματα, ή ακόμη και σε παρεμβάσεις, με ποικίλους -εύσχημους συνήθως- τρόπους στη διαμόρφωση του δικαιοδοτικού αποτελέσματος, από πρωτοβουλίες προέδρων ή προϊσταμένων, ενδεχομένως δε και για ικανοποίηση επιθυμιών έξωθεν προερχομένων.

Κατά τη γνώμη μου έχουμε μεγάλο αριθμό πολύ καλών δικαστών -υπάρχουν και οι άλλοι- οι οποίοι καλούνται να αποδείξουν στην ελληνική κοινωνία ότι, εφόσον έχουν διασφαλισμένη την ανεξαρτησία τους, έχουν και την αντοχή να την υπερασπιστούν απέναντι σε όσους την επιβουλεύονται και ουσιαστικά θέλουν να χειραγωγήσουν τους ίδιους και να κλείσουν τους διαδρόμους παρέμβασής τους (πολιτική εξουσία, ΜΜΕ και οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα – τα δύο τελευταία γιατί αποφεύγουν να τα αναφέρουν, με ένταση τουλάχιστον ισοδύναμη προς την παρεμβατική πίεση που ασκούν αυτά σε βάρος του δικαστικού συστήματος;).

Οποιοι βέβαια έμαθαν να παρεμβαίνουν δεν φαίνεται να παραιτούνται, αλλά, αντιθέτως, ενώ συνεχίζουν, απροσχημάτιστα μάλιστα, τις παρεμβάσεις τους, καταγγέλλουν άλλους. Η εποχή μας προσφέρει απτά παραδείγματα απειλών και εκφοβισμού δικαστικών, μόνο και μόνο επειδή εφαρμόζουν το Σύνταγμα και τους νόμους κατά τη διερεύνηση διάπραξης σκανδάλων.

Το δικαστικό μας σύστημα δεν λειτουργεί βέβαια σε οικονομικό και δικαιοπολιτικό κενό, αλλά ως ζωντανός οργανισμός δοκιμάζεται σε συνθήκες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές, που διαμορφώνονται σε εθνικό αλλά και σε διεθνικό πεδίο. Οι συνθήκες αυτές επαναπροσδιόρισαν δικαιικά όρια και περιόρισαν τη διεκδίκηση κοινωνικών δικαιωμάτων, όχι μόνο κατά τον χρόνο ισχύος των μνημονιακών νόμων αλλά και πριν από αυτόν.

Εξαιτίας αυτών διαφοροποιήθηκε σε βάρος των κοινωνικών δικαιωμάτων ακόμη και η νομολογία του ΕΔΔΑ μεταξύ 2009-2013 (υποθέσεις Ζουμπουλίδη και Γιαβή κατά Ελλάδας) και καθορίζονται οι δικαιικές επιλογές και η ποιότητα δικαστικών αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων (βλέπετε και δήλωση πρόεδρου ανώτατου δικαστηρίου «Είναι η εποχή επικρατήσεως του οικονομικού επί του θεσμικού παράγοντος η οποία έχει οδηγήσει σε προφανή υποχώρηση του κράτους δικαίου και ιδίως του κοινωνικού κράτους»).

Ετσι κάμφθηκε η λειτουργία του κράτους ως κράτους δικαίου, επειδή δε και η δικαστική εξουσία συνιστά θεμελιώδη συνιστώσα του, μειώθηκε πέραν των άλλων αιτιών και η δική της αξιοπιστία, κατά συνέπεια το ζητούμενο είναι η ενίσχυση αυτής πρωτίστως -αν όχι αποκλειστικώς- από τους δικαστές, η οποία συνιστά ταυτόχρονα και υπεράσπιση του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η εποχή μας πολλά δηλώνει ως προς αυτό, αλλά και οι πολίτες δεν δικαιούνται να το αγνοούν, έχοντας χρέος να στηρίξουν το δικαστικό μας σύστημα και να αντισταθούν σε όποια κόμματα, ΜΜΕ ή οικονομικά συμφέροντα επιδιώκουν να το καταστήσουν αναξιόπιστο.