Ανατομία της τεχνοκρατικής Ευρώπης. Του Θεόδωρου Γεωργίου

by/ Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ανατομία της τεχνοκρατικής Ευρώπης. Του Θεόδωρου Γεωργίου / 90 View / 18/10/2016

Από ιστορική άποψη το 1989 έχει συνδεθεί με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και με τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή. Το δεύτερο συμβάν αποτελεί και τη γενεαλογική μήτρα που γέννησε τη νέα Ευρώπη του εικοστού πρώτου αιώνα, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την ευρωπαϊκή κατάσταση πραγμάτων που οραματίστηκαν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών.

Ολοι συμφωνούν ότι η ιδέα της ενωμένης πολιτικής Ευρώπης επινοήθηκε την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και ως πολιτική μορφή ζωής δεν ήταν παρά η πρακτική εφαρμογή των ιδεών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού.

Από το 1989 τα πράγματα σχετικά με την ιστορική προοπτική της ενωμένης πολιτικής Ευρώπης αλλάζουν ριζικά και προδιαγράφεται μια ιστορική πορεία η οποία, αντί να προωθεί την ενίσχυση της πολιτικής Ευρώπης, διαμορφώνει τις πραγματολογικές συνθήκες της τεχνοκρατικής βαρβαρότητας. Για λόγους ιστορικής εποπτείας μπορούμε να διακρίνουμε δύο φάσεις στην ευρωπαϊκή εξέλιξη από το 1989:

η πρώτη εκτείνεται μέχρι το 2004, οπότε εντάσσονται στην Ευρωπαϊκή Ενωση τα κράτη της πρώην Ανατολικής Ευρώπης και η δεύτερη φάση την περίοδο από το 2004 μέχρι τις μέρες μας.

Η προτεινόμενη περιοδολόγηση μπορεί να φαίνεται τυπική και σίγουρα δεν συμπίπτει με τη θεσμική εφαρμογή των συνθηκών, αλλά λαμβάνει υπόψη της δύο μείζονες πραγματολογικούς παράγοντες, οι οποίοι παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις.

Ο πρώτος παράγοντας αναφέρεται στην επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ως ιδεολογίας και ως πολιτικής πρακτικής και ο δεύτερος στη μετατροπή του χρήματος σε εμπόρευμα. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα καθίσταται σε παγκόσμιο επίπεδο ανεξέλεγκτη οντότητα (με τους όρους της μεταφυσικής: είναι η νέα θεότητα!).

Κατά την πρώτη φάση (1989-2004) οι πολιτικές ηγεσίες των κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης διατηρούν αμυδρές πολιτικές ελπίδες για να συντηρήσουν την επινοημένη ιδέα της πολιτικής Ευρώπης, την οποία έχουν κληρονομήσει από τις προηγούμενες γενιές. Τότε ακόμη σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες πολίτες και πολιτικοί μιλάνε για μια «Ευρώπη των ολιγαρχιών ή των μονοπωλίων».

Ο δρόμος όμως προς την τεχνοκρατική βαρβαρότητα είχε ήδη ανοίξει. Δεν ήταν ένα δύσβατο μονοπάτι. Πολλοί ειδικοί επιστήμονες, είτε πολιτειολόγοι ήταν, μιλούσαν για «δημοκρατικό έλλειμμα» στη λειτουργία των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, είτε οικονομολόγοι, οι οποίοι, ενώ μιλούσαν για τις μακροοικονομικές ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, υπερθεμάτιζαν υπέρ της συγκρότησης της ευρωζώνης, υπέρ της εισαγωγής του κοινού νομίσματος.

Δεν θέλουμε να κρίνουμε ούτε τους θετικιστές πολιτειολόγους ούτε τους φυσιοκράτες οικονομολόγους εκείνης της περιόδου, αλλά να επισημάνουμε πόσο σημαντικό είναι, από επιστημολογικής απόψεως, η σύνδεση της γνώσης με το σκέπτεσθαι, δηλ. με τη φιλοσοφία.

Ας διαβάσουμε επιτέλους όλοι μας μετά από τόσα χρόνια όσα μου εξομολογήθηκε ο καθηγητής μου Γιούργκεν Χάμπερμας το 1998 στην ερώτησή μου: «Πώς βλέπετε το μέλλον της Ευρώπης;» Η απάντησή του επί λέξει είναι: «Φοβάμαι ότι η κατάσταση μετά την εισαγωγή του κοινού νομίσματος, την οποία έχω υποστηρίξει, θα χειροτερεύσει.

Ο εντεινόμενος ανταγωνισμός στην ενιαία νομισματική αγορά θα επισπεύσει τις ενδοευρωπαϊκές συγκρούσεις και θα υποχρεώσει τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να εγκαταλείψουν κάθε προσπάθεια ρύθμισης του ανταγωνισμού ανάμεσα σε διαφορετικά μεταξύ τους κοινωνικο-πολιτικά καθεστώτα» (στο βιβλίο Θεόδ. Γεωργίου: «Ο Γιούργκεν Χάμπερμας και το πνεύμα της εποχής μας, Αθήνα, 2001).

Τελικά, ενώ οι πολιτικές ηγεσίες των κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης στις συνόδους κορυφής επεξεργάζονται πολιτικά προγράμματα, δύο μείζονες πραγματολογικοί παράγοντες, ο οικονομικός και ο τεχνοκρατικός, έχουν άλλα σχέδια.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση μετασχηματίζεται μέσα σε διάστημα μίας τριακονταετίας (1989-2016) σε τεχνοκρατική οντότητα αντί να μετατραπεί σε Ομοσπονδιακή Ενωση. Ως τεχνοκρατική οντότητα, εννοείται, ότι δεν μπορεί να αφομοιώσει τα συστήματα που επινοήθηκαν στο πλαίσιο του εθνικού κράτους κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, δηλαδή δεν μπορεί να «υποδεχτεί» και να επεξεργαστεί περαιτέρω το δικανικό, το πολιτικό, το οικονομικό σύστημα.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση ως τεχνοκρατική οντότητα εκμηδενίζει την ευρωπαϊκή πολιτική και πολιτισμική παράδοση ολόκληρης της Ευρώπης.

Για να κατανοήσουμε την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στην πολιτική και την τεχνοκρατία, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν χρειάζεται παρά να αναλύσει κανείς τη φυσιογνωμία τριών οργάνων της κατά τη νομική ορολογία: του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Eurogroup.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει καμία σχέση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές παραδόσεις της αντιπροσώπευσης, σύμφωνα με τις οποίες οι διαδικασίες εκλογής των αντιπροσώπων διαμορφώνουν συνθήκες δεσμευτικών αποφάσεων των ομιλητών για το σύνολο των εμπλεκόμενων Ευρωπαίων πολιτών.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν διαθέτει καμία δημοκρατική νομιμοποίηση. Σε μια παγκόσμια κοινωνία, όπου οι διαβουλεύσεις, οι συζητήσεις, οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες έχουν καταστεί πολιτικό κεκτημένο, αναρωτιέται κανείς πώς και γιατί ο κυβερνητικός πυρήνας της Ευρωπαϊκής Ενωσης συγκροτείται και λειτουργεί κατά γραφειοκρατικό τρόπο.

Τέλος, το συλλογικό όργανο Eurogroup είναι η επιτομή αυτού του πράγματος που στην πολιτική φιλοσοφία ονομάζουμε μετα-δημοκρατική δομή. Είναι μια συλλογικότητα η οποία θα μπορούσε να είχε σχέση με την Ευρώπη εάν ήταν επιχείρηση ή εταιρεία.

Η Ευρώπη ωστόσο είναι άλλο πράγμα. Αυτό όμως το όργανο της Ευρωπαϊκής Ενωσης αποφασίζει για τις τύχες των Ευρωπαίων πολιτών. Αυτό το όργανο της ευρωζώνης αντιμετωπίζει τους Ευρωπαίους πολίτες ως αριθμούς στους μακροοικονομικούς υπολογισμούς του και όχι ως άτομα, όπως επιβάλλεται από τις ευρωπαϊκές παραδόσεις. Μήπως οι Brendan Simms και Benjamin Zeeb όταν μου χάρισαν το βιβλίο τους σε πρόσφατο συνέδριο με τον τίτλο: «Η Ευρώπη στην άβυσσο» (2016) είχαν δίκιο;

* Ο Θεόδωρος Γεωργίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα των Συντακτών